συσκευάζω
•
- τοποθετώ με τάξη αντικείμενα μέσα σε κιβώτιο, κουτί, φάκελο κλπ ή τα τυλίγω με χαρτί ή άλλο παρόμοιο υλικό και στη συνέχεια ασφαλίζω το δέμα πριν το μεταφέρω ή το στείλω ταχυδρομικώς κάπου Βικιλεξικό
- τοποθετώ ένα προϊόν μέσα σε τυποποιημένο δοχείο ή άλλο περίβλημα, ώστε να το διαθέσω στην αγορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συσκευάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συσκευάζω (ετοιμάζω αποσκευές) <συ- + σκευάζω → και δείτε τη λέξη σκεῦος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συσκευάζω | συσκευάζεις | συσκευάζει | συσκευάζουμε | συσκευάζετε | συσκευάζουν / συσκευάζουνε |
| Παρατατικός | συσκεύαζα | συσκεύαζες | συσκεύαζε | συσκευάζαμε | συσκευάζατε | συσκευάζαν / συσκευάζανε / συσκεύαζαν |
| Αόριστος | συσκεύασα | συσκεύασες | συσκεύασε | συσκευάσαμε | συσκευάσατε | συσκευάσαν / συσκευάσανε / συσκεύασαν |
| Μέλλοντας | θα συσκευάζω / θα συσκευάσω | θα συσκευάζεις / θα συσκευάσεις | θα συσκευάζει / θα συσκευάσει | θα συσκευάζουμε / θα συσκευάσουμε | θα συσκευάζετε / θα συσκευάσετε | θα συσκευάζουν / θα συσκευάζουνε / θα συσκευάσουν / θα συσκευάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συσκευάσει | έχεις συσκευάσει | έχει συσκευάσει | έχουμε συσκευάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συσκευάσει | είχες συσκευάσει | είχε συσκευάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συσκευάσει / να συσκευάζω / να συσκευάσω | να έχεις συσκευάσει / να συσκευάζεις / να συσκευάσεις | να έχει συσκευάσει / να συσκευάζει / να συσκευάσει | να έχουμε συσκευάσει / να συσκευάζουμε / να συσκευάσουμε | να συσκευάζετε / να συσκευάσετε | να συσκευάζουν / να συσκευάζουνε / να συσκευάσουν / να συσκευάσουνε |
| Προστακτική | — | συσκεύαζε / συσκεύασε | — | — | συσκευάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συσκευάστηκασυσκευάζομαισυσκευάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →