αμποδένω
•
- λαογραφίαενεργώ με τρόπο μαγικό, επιδιώκοντας να καταστεί δυσχερής ή αδύνατη η ερωτική συνεύρεση ή συνουσία δύο προσώπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμποδένω < αρχαία ελληνική ἀποδέω / ἀποδῶ < δέω / δῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμποδένω | αμποδένεις | αμποδένει | αμποδένουμε | αμποδένετε | αμποδένουν / αμποδένουνε |
| Παρατατικός | αμπόδενα | αμπόδενες | αμπόδενε | αμποδέναμε | αμποδένατε | αμποδέναν / αμποδένανε / αμπόδεναν |
| Αόριστος | αμπόδεσα | αμπόδεσες | αμπόδεσε | αμποδέσαμε | αμποδέσατε | αμποδέσαν / αμποδέσανε / αμπόδεσαν |
| Μέλλοντας | θα αμποδένω / θα αμποδέσω | θα αμποδένεις / θα αμποδέσεις | θα αμποδένει / θα αμποδέσει | θα αμποδένουμε / θα αμποδέσουμε | θα αμποδένετε / θα αμποδέσετε | θα αμποδένουν / θα αμποδένουνε / θα αμποδέσουν / θα αμποδέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αμποδέσει | έχεις αμποδέσει | έχει αμποδέσει | έχουμε αμποδέσει | έχετε αμποδέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμποδέσει | είχες αμποδέσει | είχε αμποδέσει | είχαμε αμποδέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αμποδέσει / να αμποδένω / να αμποδέσω | να έχεις αμποδέσει / να αμποδένεις / να αμποδέσεις | να έχει αμποδέσει / να αμποδένει / να αμποδέσει | να έχουμε αμποδέσει / να αμποδένουμε / να αμποδέσουμε | να έχετε αμποδέσει / να αμποδένετε / να αμποδέσετε | να αμποδένουν / να αμποδένουνε / να αμποδέσουν / να αμποδέσουνε |
| Προστακτική | — | αμπόδενε / αμπόδεσε | — | — | αμποδένετε / αμποδέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →