αμπόδεμα
•
- λαογραφίαμαγική ενέργεια ή πράξη, με την οποία επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ή αδύνατη η ερωτική συνεύρεση ή συνουσία δύο προσώπων Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηδυσκολία, δυσχέρεια, πρόβλημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπόδεμα < απόδεμα < αποδένω + -μα < αρχαία ελληνική ἀποδέω / ἀποδῶ < δέω / δῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπόδεμα | αμποδέματα |
| Γενική | αμποδέματος | αμποδεμάτων |
| Αιτιατική | αμπόδεμα | αμποδέματα |
| Κλητική | αμπόδεμα | αμποδέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →