Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφίβολος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ορυκτολογίαορυκτό, ομάδα μεταμορφωμένων πετρωμάτων Βικιλεξικό
    • O αμφιβολίτης είναι ένα μεταμορφωμένο πέτρωμα, το οποίο αποτελείται κυρίως από ορυκτά της ομάδας των αμφιβόλων (κεροστίλβη, ακτινόλιθος) και Ca-Na-ούχο άστριο (πλαγιόκλαστο). Εμφανίζεται με βαθυπράσινο χρώμα και χαρακτηρίζεται από ασθενή έως καθόλου σχιστότητα. Ο αμφιβολίτης εμφανίζεται σε αρκετές περιοχές στην Ελλάδα, σε πεδία με μεταμορφωμένα πετρώματα.

Ετυμολογία

αμφίβολος < γαλλική amphibole (επινόηση του René Just Haüy, λόγω των πολλών μορφών του που δημιουργούσαν αμφιβολία για το αν ήταν στην ίδια ομάδα ορυκτών) < αρχαία ελληνική ἀμφίβολος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμφίβολη / αμφίβολος / αμφίβολοαμφίβολες / αμφίβολοι / αμφίβολα
Γενικήαμφίβολης / αμφίβολου / αμφίβολουαμφίβολων / αμφίβολων / αμφίβολων
Αιτιατικήαμφίβολη / αμφίβολο / αμφίβολοαμφίβολες / αμφίβολους / αμφίβολα
Κλητικήαμφίβολη / αμφίβολε / αμφίβολοαμφίβολες / αμφίβολοι / αμφίβολα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αμφίβολος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός για τον οποίο υπάρχουν αμφιβολίες Βικιλεξικό
    • η μέθοδός της είναι σωστή αλλά το αποτέλεσμα αμφίβολο

Ετυμολογία

αμφίβολος < αρχαία ελληνική ἀμφίβολος < ἀμφί- + βάλλω (: χτυπώ) :: η αρχική σημασία της λέξης ήταν «αυτός που βάλλεται από όλες τις πλευρές»

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφίβολοςαμφίβοληαμφίβολο
Γενικήαμφίβολουαμφίβοληςαμφίβολου
Αιτιατικήαμφίβολοαμφίβοληαμφίβολο
Κλητικήαμφίβολεαμφίβοληαμφίβολο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφίβολοιαμφίβολεςαμφίβολα
Γενικήαμφίβολωναμφίβολωναμφίβολων
Αιτιατικήαμφίβολουςαμφίβολεςαμφίβολα
Κλητικήαμφίβολοιαμφίβολεςαμφίβολα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →