Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφίχειρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι σε θέση να χρησιμοποιεί και τα δύο χέρια του με ευχέρεια (για να γράψει και για άλλες απαιτητικές και δύσκολες εργασίες) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμφίχειρας < αμφι- + αρχαία ελληνική χείρ + -ας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμφίχειραςαμφίχειρες
Γενικήαμφίχειρααμφιχείρων
Αιτιατικήαμφίχειρααμφίχειρες
Κλητικήαμφίχειρααμφίχειρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →