αμφιδέξιος
•
- που μπορεί και με το δεξί και με το αριστερό χέρι να εκτελέσει εργασίες που απαιτούν ακρίβεια, όπως η γραφή Βικιλεξικό
- ο Λεονάρντο ντα Βίντσι μπορούσε να γράφει και με τα δυο χέρια, καθώς ήταν αμφιδέξιος
Ετυμολογία
αμφιδέξιος < αρχαία ελληνική ἀμφιδέξιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμφιδέξιος | αμφιδέξια | αμφιδέξιο |
| Γενική | αμφιδέξιου | αμφιδέξιας | αμφιδέξιου |
| Αιτιατική | αμφιδέξιο | αμφιδέξια | αμφιδέξιο |
| Κλητική | αμφιδέξιε | αμφιδέξια | αμφιδέξιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμφιδέξιοι | αμφιδέξιες | αμφιδέξια |
| Γενική | αμφιδέξιων | αμφιδέξιων | αμφιδέξιων |
| Αιτιατική | αμφιδέξιους | αμφιδέξιες | αμφιδέξια |
| Κλητική | αμφιδέξιοι | αμφιδέξιες | αμφιδέξια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →