αμφιδέτης
•
- ιμάντας ή ζώνη που εφαρμόζεται γύρω από τον λαιμό ζώου, ώστε να επιτρέπει τον έλεγχο ή τη συγκράτησή του χωρίς μόνιμη πρόσδεση Βικιλεξικό
- ενδιάμεσο συνδετικό τεμάχιο —από ξύλο, μέταλλο ή άλλο υλικό— που ενώνει σταθερά δύο ξεχωριστά μέρη, δεσμεύοντάς τα συμμετρικά και από τις δύο πλευρές Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςμεταλλικός περιστρεφόμενος σύνδεσμος με διπλή απόληξη σε αλυσίδες ή άγκιστρα, που παρεμβάλλεται στις αλυσίδες αγκυρών, για να αποτρέπει τη συστροφή τους Βικιλεξικό
- σιδηρόδρομοςεπιμήκης χαλύβδινη πλάκα που προσαρμόζεται εκατέρωθεν του αρμού δύο σιδηροτροχιών, εξασφαλίζοντας τη μηχανική τους συνοχή και την ομαλή κύλιση των τροχών Βικιλεξικό
- Οι συνδέσεις μεταξύ σιδηροτροχιών είναι οι αμφιδέτες (Εικ.2.6), οι οποίοι είναι ελάσματα με 4 ή 6 οπές και τοποθετούνται στον κορμό της σιδηροτροχιάς και από τις δύο πλευρές. Δένονται με βλήτρα (μπουλόνια) εγκάρσια της σιδηροτροχιάς και συγκρατούν τα δύο άκρα των σιδηροτροχιών. […] Για να επιτευχθεί η σκυρόστρωση πρέπει να γίνει προσωρινή αμφίδεση της γραμμής με αμφιδέτες και ειδικούς σφιγκτήρες, που θα επιτρέπουν στα μηχανήματα γραμμής να εργάζονται ελεύθερα. Οι αμφιδέτες χρησιμοποιούνται για τη σύνδεση των σιδηροτροχιών μεταξύ τους.
Ετυμολογία
αμφιδέτης < ελληνιστική κοινή ἀμφιδέτης < ἀμφιδέω < αρχαία ελληνική ἀμφί + δέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμφιδέτης | αμφιδέτες |
| Γενική | αμφιδέτη | αμφιδετών |
| Αιτιατική | αμφιδέτη | αμφιδέτες |
| Κλητική | αμφιδέτη | αμφιδέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →