Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δένω

/ˈðe.no/ρήμα
•
  1. συνδέω κάτι με κάτι άλλο, το ενσωματώνω ή το κάνω να προσεγγίσει αρκετά, το σταθεροποιώ Βικιλεξικό
    • του έδεσαν το χέρι μέχρι να δέσει το κόκαλο
    • δεν έδεσε καλά το σιρόπι
    • οι χρυσοχόοι δένουν το χρυσό κατά την επεξεργασία του
    • δένουν το διαμάντι στο χρυσό δαχτυλίδι
  2. περιορίζω τις κινήσεις ανθρώπου ή ζώου, τον κρατάω δέσμιο με διάφορα μέσα ή περιορίζω κάτι σημαντικό για την ελευθερία του Βικιλεξικό
    • έδεσε πρόχειρα το σκυλάκι σε μια κολώνα γιατί δεν την άφησαν να μπει στο φούρνο μαζί του
    • τον έδεσαν και τον έριξαν στη φυλακή
    • του έδεσαν τα μάτια για να μην τους αναγνωρίσει όταν θα έβγαζαν τις κουκούλες
    • τον έδεσαν με ξόρκια
    • τον έδεσε με έξυπνο προγαμιαίο συμφωνητικό
    • τον έδεσαν με βαρύ όρκο
  3. περιορίζω κάτι επικίνδυνο για την υγεία, Βικιλεξικό
    • έδεσαν προσεκτικά το τραύμα για να σταματήσουν την αιμορραγία και να μη μολυνθεί η πληγή
  4. σταθεροποιώ αντικείμενο με σχοινί ή άλλο μέσο, στερεώνω κάτι ώστε να είναι στη θέση που θέλω (για πλωτά μέσα, πιάνω σε λιμάνι) Βικιλεξικό
    • το καράβι δένει στο λιμάνι
    • δένω σελίδες βιβλίου ώστε να μένουν διατεταγμένες σε μια σειρά και να μην σκορπίζουν (βιβλιοδετώ, χαρτοδετώ)
    • δένω τα κορδόνια μου (για να είναι σταθερό, να μη μπαινοβγαίνει το παπούτσι)
    • δένω τα στάχυα, δένω τα μαλλιά μου
  5. εξασφαλίζω κάτι Βικιλεξικό
    • έδεσε το γάιδαρό της
  6. εξασφαλίζω ότι ένα δεμένο σχοινί ή παρόμοιο υλικό δεν θα χαλαρώσει Βικιλεξικό
    • δένω κόμπο τη γραβάτα
  7. σταθεροποιούμαι και ολοκληρώνω την ανάπτυξή μου Βικιλεξικό
    • δένει ο καρπός (δεν πέφτει πρόωρα, δεν ξεραίνεται προτού καλοσχηματιστεί)
  8. ωριμάζει φαγητό που απαιτεί χρόνο Βικιλεξικό
    • δένει το τουρσί σε 3 με 4 βδομάδες περίπου (αποκτά ενιαία υφή και σωστή γεύση)
  9. συνδέω συναισθηματικά ή διανοητικά (κυρίως η μετοχή δεμένος) Βικιλεξικό
    • είναι δεμένη οικογένεια
    • ήταν δεμένο κείμενο (με ειρμό, καλή ανάπτυξη, σφιχτό, αρκετά αναλυτικό εκεί που ήταν απαραίτητο)
  10. εναρμονίζομαι, ταιριάζω Βικιλεξικό
    • ήρθε κι έδεσε
    • η μουσική έδενε πολύ σωστά με τη σκηνοθεσία του
  11. περιβάλλω με μια λουρίδα υφάσματος, συνήθως ένα μέρος του σώματος Βικιλεξικό
    • Tου έδεσαν τα μάτια και τον οδήγησαν στο κρυσφύγετό τους.
  12. συνδέω, συναρμολογώ μεθοδικά τα διάφορα τμήματα από τα οποία αποτελείται ένα αντικείμενο, μια μηχανή Βικιλεξικό
    • Μπορώ να λύσω και να δέσω ένα ρολόι σε μια ώρα.

Ετυμολογία

δένω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δένω < αρχαία ελληνική δέω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδένωδένειςδένειδένουμεδένετεδένουν / δένουνε
Παρατατικόςέδεναέδενεςέδενεδέναμεδένατεέδεναν / δέναν / δένανε
Αόριστοςέδεσαέδεσεςέδεσεδέσαμεδέσατεέδεσαν / δέσαν / δέσανε
Μέλλονταςθα δένω / θα δέσωθα δένεις / θα δέσειςθα δένει / θα δέσειθα δένουμε / θα δέσουμεθα δένετε / θα δέσετεθα δένουν / θα δένουνε / θα δέσουν / θα δέσουνε
Παρακείμενοςέχω δέσειέχεις δέσει————
Υπερσυντέλικοςείχα δέσειείχες δέσει————
Υποτακτικήνα έχω δέσει / να δένω / να δέσωνα έχεις δέσει / να δένεις / να δέσειςνα δένει / να δέσεινα δένουμε / να δέσουμενα δένετε / να δέσετενα δένουν / να δένουνε / να δέσουν / να δέσουνε
Προστακτική—δένε / δέσε——δένετε / δέστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

δέθηκαδένομαιδενόμουν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →