δένω
•
- συνδέω κάτι με κάτι άλλο, το ενσωματώνω ή το κάνω να προσεγγίσει αρκετά, το σταθεροποιώ Βικιλεξικό
- του έδεσαν το χέρι μέχρι να δέσει το κόκαλο
- δεν έδεσε καλά το σιρόπι
- οι χρυσοχόοι δένουν το χρυσό κατά την επεξεργασία του
- δένουν το διαμάντι στο χρυσό δαχτυλίδι
- περιορίζω τις κινήσεις ανθρώπου ή ζώου, τον κρατάω δέσμιο με διάφορα μέσα ή περιορίζω κάτι σημαντικό για την ελευθερία του Βικιλεξικό
- έδεσε πρόχειρα το σκυλάκι σε μια κολώνα γιατί δεν την άφησαν να μπει στο φούρνο μαζί του
- τον έδεσαν και τον έριξαν στη φυλακή
- του έδεσαν τα μάτια για να μην τους αναγνωρίσει όταν θα έβγαζαν τις κουκούλες
- τον έδεσαν με ξόρκια
- τον έδεσε με έξυπνο προγαμιαίο συμφωνητικό
- τον έδεσαν με βαρύ όρκο
- περιορίζω κάτι επικίνδυνο για την υγεία, Βικιλεξικό
- έδεσαν προσεκτικά το τραύμα για να σταματήσουν την αιμορραγία και να μη μολυνθεί η πληγή
- σταθεροποιώ αντικείμενο με σχοινί ή άλλο μέσο, στερεώνω κάτι ώστε να είναι στη θέση που θέλω (για πλωτά μέσα, πιάνω σε λιμάνι) Βικιλεξικό
- το καράβι δένει στο λιμάνι
- δένω σελίδες βιβλίου ώστε να μένουν διατεταγμένες σε μια σειρά και να μην σκορπίζουν (βιβλιοδετώ, χαρτοδετώ)
- δένω τα κορδόνια μου (για να είναι σταθερό, να μη μπαινοβγαίνει το παπούτσι)
- δένω τα στάχυα, δένω τα μαλλιά μου
- εξασφαλίζω κάτι Βικιλεξικό
- έδεσε το γάιδαρό της
- εξασφαλίζω ότι ένα δεμένο σχοινί ή παρόμοιο υλικό δεν θα χαλαρώσει Βικιλεξικό
- δένω κόμπο τη γραβάτα
- σταθεροποιούμαι και ολοκληρώνω την ανάπτυξή μου Βικιλεξικό
- δένει ο καρπός (δεν πέφτει πρόωρα, δεν ξεραίνεται προτού καλοσχηματιστεί)
- ωριμάζει φαγητό που απαιτεί χρόνο Βικιλεξικό
- δένει το τουρσί σε 3 με 4 βδομάδες περίπου (αποκτά ενιαία υφή και σωστή γεύση)
- συνδέω συναισθηματικά ή διανοητικά (κυρίως η μετοχή δεμένος) Βικιλεξικό
- είναι δεμένη οικογένεια
- ήταν δεμένο κείμενο (με ειρμό, καλή ανάπτυξη, σφιχτό, αρκετά αναλυτικό εκεί που ήταν απαραίτητο)
- εναρμονίζομαι, ταιριάζω Βικιλεξικό
- ήρθε κι έδεσε
- η μουσική έδενε πολύ σωστά με τη σκηνοθεσία του
- περιβάλλω με μια λουρίδα υφάσματος, συνήθως ένα μέρος του σώματος Βικιλεξικό
- Tου έδεσαν τα μάτια και τον οδήγησαν στο κρυσφύγετό τους.
- συνδέω, συναρμολογώ μεθοδικά τα διάφορα τμήματα από τα οποία αποτελείται ένα αντικείμενο, μια μηχανή Βικιλεξικό
- Μπορώ να λύσω και να δέσω ένα ρολόι σε μια ώρα.
Ετυμολογία
δένω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δένω < αρχαία ελληνική δέω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δένω | δένεις | δένει | δένουμε | δένετε | δένουν / δένουνε |
| Παρατατικός | έδενα | έδενες | έδενε | δέναμε | δένατε | έδεναν / δέναν / δένανε |
| Αόριστος | έδεσα | έδεσες | έδεσε | δέσαμε | δέσατε | έδεσαν / δέσαν / δέσανε |
| Μέλλοντας | θα δένω / θα δέσω | θα δένεις / θα δέσεις | θα δένει / θα δέσει | θα δένουμε / θα δέσουμε | θα δένετε / θα δέσετε | θα δένουν / θα δένουνε / θα δέσουν / θα δέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δέσει | έχεις δέσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δέσει | είχες δέσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δέσει / να δένω / να δέσω | να έχεις δέσει / να δένεις / να δέσεις | να δένει / να δέσει | να δένουμε / να δέσουμε | να δένετε / να δέσετε | να δένουν / να δένουνε / να δέσουν / να δέσουνε |
| Προστακτική | — | δένε / δέσε | — | — | δένετε / δέστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
δέθηκαδένομαιδενόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →