αμφιθέατρο
•
- θέατρο με καθίσματα σε κλιμακωτή διάταξη και τοποθετημένα σε ημικύκλιο απέναντι από τη σκηνή ή και γύρω από αυτή, ώστε να παρακολουθούν τα δρώμενα στη σκηνή όλοι οι θεατές χωρίς δυσκολία Βικιλεξικό
- γενικότεραη αίθουσα διδασκαλίας, συναυλιών, συνεδρίων που έχει καθίσματα σε κλιμακωτή διάταξη Βικιλεξικό
- Έφτασα την ημέρα που έδινε τη διάλεξή του για μένα στο μεγάλο αμφιθέατρο του πανεπιστημίου της Αρτόνα. (Βασίλης Βασιλικός, Ο ελληνιστής)
- συνεκδοχικάτο σύνολο των θεατών ή ακροατών σε ένα αμφιθέατρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμφιθέατρο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμφιθέατρον. Συγχρονικά αναλύεται σε αμφι- + θέατρο : αίθουσα διδασκαλίας < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική amphithéâtre < λατινική amphitheatrum < ελληνιστική κοινή ἀμφιθέατρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμφιθέατρο | αμφιθέατρα |
| Γενική | αμφιθέατρου / αμφιθεάτρου | αμφιθεάτρων |
| Αιτιατική | αμφιθέατρο | αμφιθέατρα |
| Κλητική | αμφιθέατρο | αμφιθέατρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →