Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφιθέατρο

/aɱ.fiˈθe.a.tɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θέατρο με καθίσματα σε κλιμακωτή διάταξη και τοποθετημένα σε ημικύκλιο απέναντι από τη σκηνή ή και γύρω από αυτή, ώστε να παρακολουθούν τα δρώμενα στη σκηνή όλοι οι θεατές χωρίς δυσκολία Βικιλεξικό
  2. γενικότεραη αίθουσα διδασκαλίας, συναυλιών, συνεδρίων που έχει καθίσματα σε κλιμακωτή διάταξη Βικιλεξικό
    • Έφτασα την ημέρα που έδινε τη διάλεξή του για μένα στο μεγάλο αμφιθέατρο του πανεπιστημίου της Αρτόνα. (Βασίλης Βασιλικός, Ο ελληνιστής)
  3. συνεκδοχικάτο σύνολο των θεατών ή ακροατών σε ένα αμφιθέατρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμφιθέατρο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμφιθέατρον. Συγχρονικά αναλύεται σε αμφι- + θέατρο : αίθουσα διδασκαλίας < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική amphithéâtre < λατινική amphitheatrum < ελληνιστική κοινή ἀμφιθέατρον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμφιθέατροαμφιθέατρα
Γενικήαμφιθέατρου / αμφιθεάτρουαμφιθεάτρων
Αιτιατικήαμφιθέατροαμφιθέατρα
Κλητικήαμφιθέατροαμφιθέατρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →