αμφιταλαντεύομαι
•
- δεν μπορώ να διαλέξω ανάμεσα σε δύο διαφορετικές επιλογές και να καταλήξω σε μια απόφαση Βικιλεξικό
- Μεταξύ δύο λύσεων για το ελληνικό δημόσιο χρέος αμφιταλαντεύονται οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης. (εφ. Ελευθεροτυπία, 10/6/2011)
Ετυμολογία
αμφιταλαντεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμφιταλαντεύω (ισοζυγίζω) με σχηματισμό παθητικού τύπου (-ομαι) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική vaciller) Μορφολογικά αναλύεται σε αμφι- + ταλαντεύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμφιταλαντεύομαι | αμφιταλαντεύεσαι | αμφιταλαντεύεται | αμφιταλαντευόμαστε | αμφιταλαντεύεστε | αμφιταλαντεύονται |
| Παρατατικός | αμφιταλαντευόμουν / αμφιταλαντευόμουνα | αμφιταλαντευόσουν / αμφιταλαντευόσουνα | αμφιταλαντευόταν / αμφιταλαντευότανε | αμφιταλαντευόμασταν / αμφιταλαντευόμαστε | αμφιταλαντευόσασταν / αμφιταλαντευόσαστε | αμφιταλαντευόντουσαν / αμφιταλαντεύονταν |
| Αόριστος | αμφιταλαντεύτηκα | αμφιταλαντεύτηκες | αμφιταλαντεύτηκε | αμφιταλαντευτήκαμε | αμφιταλαντευτήκατε | αμφιταλαντευτήκαν / αμφιταλαντευτήκανε / αμφιταλαντεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα αμφιταλαντευτώ / θα αμφιταλαντεύομαι | θα αμφιταλαντευτείς / θα αμφιταλαντεύεσαι | θα αμφιταλαντευτεί / θα αμφιταλαντεύεται | θα αμφιταλαντευτούμε / θα αμφιταλαντευόμαστε | θα αμφιταλαντευτείτε / θα αμφιταλαντεύεστε | θα αμφιταλαντευτούν / θα αμφιταλαντευτούνε / θα αμφιταλαντεύονται |
| Παρακείμενος | έχω αμφιταλαντευτεί | έχεις αμφιταλαντευτεί | έχει αμφιταλαντευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμφιταλαντευτεί | είχες αμφιταλαντευτεί | είχε αμφιταλαντευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αμφιταλαντευτεί / να αμφιταλαντευτώ / να αμφιταλαντεύομαι | να έχεις αμφιταλαντευτεί / να αμφιταλαντευτείς / να αμφιταλαντεύεσαι | να έχει αμφιταλαντευτεί / να αμφιταλαντευτεί / να αμφιταλαντεύεται | να αμφιταλαντευτούμε / να αμφιταλαντευόμαστε | να αμφιταλαντευτείτε / να αμφιταλαντεύεστε | να αμφιταλαντευτούν / να αμφιταλαντευτούνε / να αμφιταλαντεύονται |
| Προστακτική | — | αμφιταλαντεύου / αμφιταλαντεύσου | — | — | αμφιταλαντευτείτε / αμφιταλαντεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →