αμφιταλάντευση
•
- το να διστάζει κάποιος να επιλέξει ανάμεσα σε δύο (ή περισσότερες) επιλογές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμφιταλάντευση < (καθαρεύουσα) αμφιταλάντευσις < αμφιταλαντεύομαι + -σις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμφιταλάντευση | αμφιταλαντεύσεις |
| Γενική | αμφιταλάντευσης | αμφιταλαντεύσεων |
| Αιτιατική | αμφιταλάντευση | αμφιταλαντεύσεις |
| Κλητική | αμφιταλάντευση | αμφιταλαντεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →