Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφοτεροβαρής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου επιβαρύνει εξίσου και τα δύο μέρη μιας σύμβασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμφοτεροβαρής < αμφότεροι + -ο- + βάρος + -ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφοτεροβαρήςαμφοτεροβαρήςαμφοτεροβαρές
Γενικήαμφοτεροβαρούςαμφοτεροβαρούςαμφοτεροβαρούς
Αιτιατικήαμφοτεροβαρήαμφοτεροβαρήαμφοτεροβαρές
Κλητικήαμφοτεροβαρή / αμφοτεροβαρήςαμφοτεροβαρήςαμφοτεροβαρές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφοτεροβαρείςαμφοτεροβαρείςαμφοτεροβαρή
Γενικήαμφοτεροβαρώναμφοτεροβαρώναμφοτεροβαρών
Αιτιατικήαμφοτεροβαρείςαμφοτεροβαρείςαμφοτεροβαρή
Κλητικήαμφοτεροβαρείςαμφοτεροβαρείςαμφοτεροβαρή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →