Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετεροβαρής

/e.te.ɾo.vaˈɾis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου η μια πλευρά μιας σχέσης βρίσκεται σε πλεονεκτικότερο σημείο απ’ την άλλη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ετεροβαρής < ετερο- + βάρος < ελληνιστική κοινή ἑτεροβαρής < αρχαία ελληνική ἕτερος + βάρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετεροβαρήςετεροβαρήςετεροβαρές
Γενικήετεροβαρούςετεροβαρούςετεροβαρούς
Αιτιατικήετεροβαρήετεροβαρήετεροβαρές
Κλητικήετεροβαρή / ετεροβαρήςετεροβαρήςετεροβαρές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετεροβαρείςετεροβαρείςετεροβαρή
Γενικήετεροβαρώνετεροβαρώνετεροβαρών
Αιτιατικήετεροβαρείςετεροβαρείςετεροβαρή
Κλητικήετεροβαρείςετεροβαρείςετεροβαρή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →