αμύνομαι
•
- αντιμετωπίζω και προσπαθώ να αποκρούσω μια επίθεση (βίαιη, στρατιωτική ή λεκτική ή στο πλαίσιο αθλητικού αγώνα), υπερασπίζομαι τον εαυτό μου και άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμύνομαι < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀμύνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμύνομαι | αμύνεσαι | αμύνεται | αμυνόμαστε | αμύνεστε | αμύνονται |
| Παρατατικός | αμυνόμουν / αμυνόμουνα | αμυνόσουν / αμυνόσουνα | αμυνόταν / αμυνότανε | αμυνόμασταν / αμυνόμαστε | αμυνόσασταν / αμυνόσαστε | αμυνόντουσαν / αμύνονταν |
| Αόριστος | αμύνθηκα | αμύνθηκες | αμύνθηκε | αμυνθήκαμε | αμυνθήκατε | αμυνθήκαν / αμυνθήκανε / αμύνθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αμυνθώ / θα αμύνομαι | θα αμυνθείς / θα αμύνεσαι | θα αμυνθεί / θα αμύνεται | θα αμυνθούμε / θα αμυνόμαστε | θα αμυνθείτε / θα αμύνεστε | θα αμυνθούν / θα αμυνθούνε / θα αμύνονται |
| Παρακείμενος | έχω αμυνθεί | έχεις αμυνθεί | έχει αμυνθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμυνθεί | είχες αμυνθεί | είχε αμυνθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αμυνθεί / να αμυνθώ / να αμύνομαι | να έχεις αμυνθεί / να αμυνθείς / να αμύνεσαι | να έχει αμυνθεί / να αμυνθεί / να αμύνεται | να αμυνθούμε / να αμυνόμαστε | να αμυνθείτε / να αμύνεστε | να αμυνθούν / να αμυνθούνε / να αμύνονται |
| Προστακτική | — | αμύνου / αμύνσου | — | — | αμυνθείτε / αμύνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →