ανάβλεμμα
•
- το βλέμμα, η ματιά Βικιλεξικό
- κοίταγμα (προς τα επάνω ή προς τα πίσω) Βικιλεξικό
- η εμφάνιση, η όψη Βικιλεξικό
- Ήτουν νέος ως εικοσιπέντε χρονών· όμορφος όχι· μα το ανάβλεμμά του έδειχνε πολλήν καλοσύνη.
Ετυμολογία
ανάβλεμμα < αρχαία ελληνική ἀνάβλεμμα < ἀνά + βλέμμα < βλέπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάβλεμμα | αναβλέμματα |
| Γενική | αναβλέμματος | αναβλεμμάτων |
| Αιτιατική | ανάβλεμμα | αναβλέμματα |
| Κλητική | ανάβλεμμα | αναβλέμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →