Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάβλεμμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το βλέμμα, η ματιά Βικιλεξικό
  2. κοίταγμα (προς τα επάνω ή προς τα πίσω) Βικιλεξικό
  3. η εμφάνιση, η όψη Βικιλεξικό
    • Ήτουν νέος ως εικοσιπέντε χρονών· όμορφος όχι· μα το ανάβλεμμά του έδειχνε πολλήν καλοσύνη.

Ετυμολογία

ανάβλεμμα < αρχαία ελληνική ἀνάβλεμμα < ἀνά + βλέμμα < βλέπω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάβλεμμααναβλέμματα
Γενικήαναβλέμματοςαναβλεμμάτων
Αιτιατικήανάβλεμμααναβλέμματα
Κλητικήανάβλεμμααναβλέμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →