βλέπω
•
- αντιλαμβάνομαι την ύπαρξη αντικειμένων με τα μάτια μου Βικιλεξικό
- στην αρχαιότητα έβλεπαν τους αστερισμούς με γυμνό μάτι
- κοιτάζω Βικιλεξικό
- δε χορταίνω να το βλέπω
- καταλαβαίνω Βικιλεξικό
- βλέπω τι εννοείς, δε βλέπεις ότι με πληγώνεις;
- για αντικείμεναείμαι στραμμένος προς κάποια κατεύθυνση Βικιλεξικό
- το σπίτι βλέπει ανατολικά
- συναντώ, επισκέπτομαι Βικιλεξικό
- δεν μπορείς να φανταστείς ποιον είδα χθες!
- για γιατρόεξετάζω Βικιλεξικό
- δεν πας καλύτερα να σε δει ο γιατρός;
Ετυμολογία
βλέπω < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική βλέπω < προελληνική
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βλέπω | βλέπεις | βλέπει | βλέπουμε | βλέπετε | βλέπουν / βλέπουνε |
| Παρατατικός | έβλεπα | έβλεπες | έβλεπε | βλέπαμε | βλέπατε | έβλεπαν / βλέπαν / βλέπανε |
| Αόριστος | είδα | είδες | είδε | είδαμε | είδατε | είδαν / είδανε |
| Μέλλοντας | θα βλέπω / θα δω | θα βλέπεις / θα δεις | θα βλέπει / θα δει | θα βλέπουμε / θα δούμε | θα βλέπετε / θα δείτε | θα βλέπουν / θα βλέπουνε / θα δουν |
| Παρακείμενος | έχω δει | έχεις δει | έχει δει | έχουμε δει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δει | είχες δει | είχε δει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δει / να βλέπω / να δω | να έχεις δει / να βλέπεις / να δεις | να έχει δει / να βλέπει / να δει | να έχουμε δει / να βλέπουμε / να δούμε | να βλέπετε / να δείτε | να βλέπουν / να βλέπουνε / να δουν |
| Προστακτική | — | βλέπε / δες | — | — | βλέπετε / δείτε και δέστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ειδώθηκαβλέπομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →