ανάδευση
•
- η πράξη και το αποτέλεσμα του « αναδεύω » Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάδευση < λόγιο αναδεύ(ω) + -σις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάδευση | αναδεύσεις |
| Γενική | ανάδευσης | αναδεύσεων |
| Αιτιατική | ανάδευση | αναδεύσεις |
| Κλητική | ανάδευση | αναδεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →