αναδεύω
•
- μεταβατικόανακατεύω ένα υγρό μείγμα, με κάποιο εργαλείο ή ανακινώντας το ελαφρά, για να αναμειχθούν καλύτερα τα συστατικά του Βικιλεξικό
- μεταβατικόκινώ ελαφρά κάτι Βικιλεξικό
- αμετάβατοκινούμαι ο ίδιος ελαφρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδεύω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀναδεύω < ἀνά (ανα-) + δεύω (υγραίνω, αναμειγνύω), αγνώστου ετύμου
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναδεύω | αναδεύεις | αναδεύει | αναδεύουμε | αναδεύετε | αναδεύουν / αναδεύουνε |
| Παρατατικός | ανάδευα | ανάδευες | ανάδευε | αναδεύαμε | αναδεύατε | ανάδευαν / αναδεύαν / αναδεύανε |
| Αόριστος | ανάδευσα | ανάδευσες | ανάδευσε | αναδεύσαμε | αναδεύσατε | ανάδευσαν / αναδεύσαν / αναδεύσανε |
| Μέλλοντας | θα αναδεύσω / θα αναδεύω | θα αναδεύεις / θα αναδεύσεις | θα αναδεύει / θα αναδεύσει | θα αναδεύουμε / θα αναδεύσουμε | θα αναδεύετε / θα αναδεύσετε | θα αναδεύουν / θα αναδεύουνε / θα αναδεύσουν / θα αναδεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναδεύσει | έχεις αναδεύσει | έχει αναδεύσει | έχουμε αναδεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναδεύσει | είχες αναδεύσει | είχε αναδεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναδεύσει / να αναδεύσω / να αναδεύω | να έχεις αναδεύσει / να αναδεύεις / να αναδεύσεις | να έχει αναδεύσει / να αναδεύει / να αναδεύσει | να έχουμε αναδεύσει / να αναδεύουμε / να αναδεύσουμε | να αναδεύετε / να αναδεύσετε | να αναδεύουν / να αναδεύουνε / να αναδεύσουν / να αναδεύσουνε |
| Προστακτική | — | ανάδευε / ανάδευσε | — | — | αναδεύετε / αναδεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναδεύτηκααναδεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →