ανάκαρα
•
- δύναμη, σωματική και ψυχική αντοχή, κουράγιο Βικιλεξικό
- Αληθινά, στο δεξί φρύδι του δρόμου ήταν ένα παλιάλογο και κοντά ένας ξερακιανός χωριάτης κρατούσε το χαλινάρι του. Μα το ζώο είχε τέτοιο χάλι, που μολογούσε ότι κι ελεύθερο αν μείνει, ανάκαρα δεν έχει να κινηθεί. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η Σμυρνιά)
Ετυμολογία
ανάκαρα < ανακαρώνω + -α (αναδρομικός σχηματισμός) < ανα- + καρώνω < αρχαία ελληνική καρόω < κάρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱrhesn
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάκαρα | ανάκαρες |
| Γενική | ανάκαρας | ανακαρών |
| Αιτιατική | ανάκαρα | ανάκαρες |
| Κλητική | ανάκαρα | ανάκαρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →