ανακαρώνω
•
- επανακτώ τις δυνάμεις μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακαρώνω < ανα- + καρώνω < αρχαία ελληνική καρόω < κάρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱrhesn
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακαρώνω | ανακαρώνεις | ανακαρώνει | ανακαρώνουμε | ανακαρώνετε | ανακαρώνουν / ανακαρώνουνε |
| Παρατατικός | ανακάρωνα | ανακάρωνες | ανακάρωνε | ανακαρώναμε | ανακαρώνατε | ανακάρωναν / ανακαρώναν / ανακαρώνανε |
| Αόριστος | ανακάρωσα | ανακάρωσες | ανακάρωσε | ανακαρώσαμε | ανακαρώσατε | ανακάρωσαν / ανακαρώσαν / ανακαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα ανακαρώνω / θα ανακαρώσω | θα ανακαρώνεις / θα ανακαρώσεις | θα ανακαρώνει / θα ανακαρώσει | θα ανακαρώνουμε / θα ανακαρώσουμε | θα ανακαρώνετε / θα ανακαρώσετε | θα ανακαρώνουν / θα ανακαρώνουνε / θα ανακαρώσουν / θα ανακαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακαρώσει | έχεις ανακαρώσει | έχει ανακαρώσει | έχουμε ανακαρώσει | έχετε ανακαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακαρώσει | είχες ανακαρώσει | είχε ανακαρώσει | είχαμε ανακαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακαρώσει / να ανακαρώνω / να ανακαρώσω | να έχεις ανακαρώσει / να ανακαρώνεις / να ανακαρώσεις | να έχει ανακαρώσει / να ανακαρώνει / να ανακαρώσει | να έχουμε ανακαρώσει / να ανακαρώνουμε / να ανακαρώσουμε | να έχετε ανακαρώσει / να ανακαρώνετε / να ανακαρώσετε | να ανακαρώνουν / να ανακαρώνουνε / να ανακαρώσουν / να ανακαρώσουνε |
| Προστακτική | — | ανακάρωνε / ανακάρωσε | — | — | ανακαρώνετε / ανακαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →