Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάκατος

/aˈna.ka.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι άνω κάτω, χωρίς σειρά, σε κατάσταση αταξίας Βικιλεξικό
  2. που περιέχει διάφορα ξένα στοιχεία αναμεμειγμένα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάκατος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνάκατος < από το αμαρτύρητο *ἀνώκατος < ἄνω κάτω με την επίδραση του ἀνά

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάκατοςανάκατηανάκατο
Γενικήανάκατουανάκατηςανάκατου
Αιτιατικήανάκατοανάκατηανάκατο
Κλητικήανάκατεανάκατηανάκατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάκατοιανάκατεςανάκατα
Γενικήανάκατωνανάκατωνανάκατων
Αιτιατικήανάκατουςανάκατεςανάκατα
Κλητικήανάκατοιανάκατεςανάκατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →