ανάλεκτα
•
- φιλολογίασυλλογή από άρθρα, μελέτες ενός ή περισσότερων συγγραφέων σε έναν τόμο Βικιλεξικό
- φιλολογίασυλλογή σπουδαίων έργων, ρήσεων κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάλεκτα < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική analecta < ελληνιστική κοινή ἀνάλεκτα, ουδέτερο του ἀνάλεκτος (εκλεκτός) < αρχαία ελληνική ἀναλέγω (συλλέγω) < ἀνά + λέγω (στη σημασία: συλλέγω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάλεκτα | ανάλεκτα |
| Γενική | — | ανάλεκτων / αναλέκτων |
| Αιτιατική | — | ανάλεκτα |
| Κλητική | — | ανάλεκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →