Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθολογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η συλλογή ποιητικών ή πεζών κειμένων ή και αποσπασμάτων, που επιλέγονται κι ενσωματώνονται με ορισμένα κριτήρια (ποιότητα, αντιπροσωπευτικότητα κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • ανθολογία νεοελληνικής ποίησης
  2. το βιβλίο που έχει ανάλογο περιεχόμενο Βικιλεξικό
    • ανθολογία Πλανούδη
  3. κάθε συλλογή με παρόμοιο υλικό Βικιλεξικό
    • κινηματογραφική ανθολογία
    • Ο σεβντάς του ήτανε τα κλέφτικα. Η ζωή, που πέρασε στα ρουμελιώτικα βουνά κυνηγώντας τους φυγόδικους, του πλούτισε την ανθολογία και του ταίριασε τη φωνή με το γαργάρισμα της βρύσης και τη λαλιά της πέρδικας, με τη βουή του ελατιού και την τζαμάρα του τσοπάνη. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Αθήνα, Φέξης, 1915)

Ετυμολογία

ανθολογία < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἄνθος + λέγω :: Η αρχική σημασία ήταν μάζεμα λουλουδιών

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανθολογίαανθολογίες
Γενικήανθολογίαςανθολογιών
Αιτιατικήανθολογίαανθολογίες
Κλητικήανθολογίαανθολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →