Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάλλαγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μεταβληθεί Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει αλλάξει ρούχα ή εσώρουχα, που φοράει βρόμικα Βικιλεξικό
    • Παιδιά μ’, γιατί ’στε ανάλλαγα, γιατί ’στε λερωμένα; / Είμαστ’ από τον πόλεμο... (Στίχοι δημοτικού τραγουδιού)

Ετυμολογία

ανάλλαγος < αν- + αλλαγή + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάλλαγοςανάλλαγηανάλλαγο
Γενικήανάλλαγουανάλλαγηςανάλλαγου
Αιτιατικήανάλλαγοανάλλαγηανάλλαγο
Κλητικήανάλλαγεανάλλαγηανάλλαγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάλλαγοιανάλλαγεςανάλλαγα
Γενικήανάλλαγωνανάλλαγωνανάλλαγων
Αιτιατικήανάλλαγουςανάλλαγεςανάλλαγα
Κλητικήανάλλαγοιανάλλαγεςανάλλαγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →