ανάλλαγος
•
- που δεν έχει μεταβληθεί Βικιλεξικό
- που δεν έχει αλλάξει ρούχα ή εσώρουχα, που φοράει βρόμικα Βικιλεξικό
- Παιδιά μ’, γιατί ’στε ανάλλαγα, γιατί ’στε λερωμένα; / Είμαστ’ από τον πόλεμο... (Στίχοι δημοτικού τραγουδιού)
Ετυμολογία
ανάλλαγος < αν- + αλλαγή + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάλλαγος | ανάλλαγη | ανάλλαγο |
| Γενική | ανάλλαγου | ανάλλαγης | ανάλλαγου |
| Αιτιατική | ανάλλαγο | ανάλλαγη | ανάλλαγο |
| Κλητική | ανάλλαγε | ανάλλαγη | ανάλλαγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάλλαγοι | ανάλλαγες | ανάλλαγα |
| Γενική | ανάλλαγων | ανάλλαγων | ανάλλαγων |
| Αιτιατική | ανάλλαγους | ανάλλαγες | ανάλλαγα |
| Κλητική | ανάλλαγοι | ανάλλαγες | ανάλλαγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →