αλλάζω
•
- μεταβατικόπροκαλώ μια αλλαγή σε κάποιον ή κάτι, τον κάνω να διαφέρει από την προηγούμενη κατάστασή του Βικιλεξικό
- αυτή η εμπειρία με έκανε άλλον άνθρωπο, με άλλαξε ριζικά
- Δεν αλλάζεις εύκολα έναν από τη φύση του συντηρητικό θεσμό που είναι ο τρόπος γραφής, για να περάσεις σε μια τελείως διαφορετική γραφή και ως μορφή και ως σύστημα: να περάσεις από μια συλλαβογραφική γραφή (τη γραμμική Β) σε μια φθογγογραφική συμφωνογραφική γραφή (το φοινικικό σύστημα) που οι Ελληνες μετέτρεψαν στο πρώτο πραγματικό αλφάβητο. (Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Η συμβολή τού ελληνικού αλφαβήτου στον πολιτισμό μας, tovima.gr 01/11/2014 https://www.tovima.gr/2014/11/01/opinions/i-symboli-toy-ellinikoy-alfabitoy-ston-politismo-mas/)
- μεταβατικόκάνω κάτι που με αφορά ή μου ανήκει διαφορετικό, αφήνω κάτι και υιοθετώ κάτι άλλο Βικιλεξικό
- αλλάξαμε σπίτι (μετακομίσαμε)
- αλλάζει συνεχώς γνώμη
- Αν δεν αλλάξει συμπεριφορά, θα το μετανιώσει.
- (για κάποιον άλλον) Αδύνατον να του αλλάξεις γνώμη.
- βγάζω τα ρούχα μου και βάζω άλλα Βικιλεξικό
- (μεταβατικό) Πήγαινε να κάνεις μπάνιο και να αλλάξεις τα ρούχα σου.
- (αμετάβατο) Πήγαινε να κάνεις μπάνιο και ν' αλλάξεις.
- Αυτός κατάλαβε πως πήγαινε στο καμαρίνι της για ν' αλλάξει: ίσως την έσφιγγε η ζαρτιέρα της ή το σουτιέν. (Βασίλης Βασιλικός, Ο Ευρωπέος και η ωραία του υπερπέραν, συναισθηματικο οδοιπορικό, εκδοτ. Οργανισμός Λιβάνη "Νέα Σύνορα", 1999)
- μεταβατικόβγάζω από ένα μωρό την πάνα του και του βάζω καθαρή Βικιλεξικό
- μεταβατικόδίνω κάτι για να πάρω στη θέση του κάτι άλλο Βικιλεξικό
- Μόλις έφτασε στην Αμερική, πήγε να αλλάξει τα ευρώ του με δολάρια.
- Φτωχή η Ελλαδίτσα μας, αλλά δεν την αλλάζω με τίποτα στον κόσμο.
- αμετάβατογίνομαι διαφορετικός Βικιλεξικό
- ο καιρός άλλαξε - οι καιροί άλλαξαν
- Τα παιδιά αλλάζουν όταν μεγαλώνουν.
Ετυμολογία
αλλάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀλλάζω < αρχαία ελληνική ἀλλάσσω / ἀλλάττω < ἄλλος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλλάζω | αλλάζεις | αλλάζει | αλλάζουμε | αλλάζετε | αλλάζουν / αλλάζουνε |
| Παρατατικός | άλλαζα | άλλαζες | άλλαζε | αλλάζαμε | αλλάζατε | άλλαζαν / αλλάζαν / αλλάζανε |
| Αόριστος | άλλαξα | άλλαξες | άλλαξε | αλλάξαμε | αλλάξατε | άλλαξαν / αλλάξαν / αλλάξανε |
| Μέλλοντας | θα αλλάζω / θα αλλάξω | θα αλλάζεις / θα αλλάξεις | θα αλλάζει / θα αλλάξει | θα αλλάζουμε / θα αλλάξουμε | θα αλλάζετε / θα αλλάξετε | θα αλλάζουν / θα αλλάζουνε / θα αλλάξουν / θα αλλάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλλάξει | έχεις αλλάξει | έχει αλλάξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλλάξει | είχες αλλάξει | είχε αλλάξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλλάξει / να αλλάζω / να αλλάξω | να έχεις αλλάξει / να αλλάζεις / να αλλάξεις | να έχει αλλάξει / να αλλάζει / να αλλάξει | να αλλάζουμε / να αλλάξουμε | να αλλάζετε / να αλλάξετε | να αλλάζουν / να αλλάζουνε / να αλλάξουν / να αλλάξουνε |
| Προστακτική | — | άλλαζε / άλλαξε / έχε αλλαγμένο | — | — | αλλάζετε / αλλάξτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αλλάχτηκααλλάζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →