Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάλωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατανάλωση προϊόντος Βικιλεξικό
    • Τα στοιχεία τηρούνται στη βάση δεδομένων της Διεύθυνσης Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και ΕΦΚ και αποτυπώνουν τις αναλώσεις στην περίοδο από Οκτώβριο έως και Φεβρουάριο και για το 2011 - 2012 και για το 2012 - 2013. (TO BHMA 18.4.2013)
  2. το ξόδεμα υλικό ή συναισθηματικό, η σπατάλη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάλωση < αρχαία ελληνική ἀνάλωσις μετάπλαση σε -ση < ἀναλίσκω / ἀναλόω / ἀναλῶ, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική consommation και αγγλική consumption

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάλωσηαναλώσεις
Γενικήανάλωσηςαναλώσεων
Αιτιατικήανάλωσηαναλώσεις
Κλητικήανάλωσηαναλώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →