αναλώνω
•
- ξοδεύω χρόνο, χρήμα, δυνάμεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναλώνω < αρχαία ελληνική ἀναλόω < ἀναλίσκω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναλώνω | αναλώνεις | αναλώνει | αναλώνουμε | αναλώνετε | αναλώνουν / αναλώνουνε |
| Παρατατικός | ανάλωνα | ανάλωνες | ανάλωνε | αναλώναμε | αναλώνατε | ανάλωναν / αναλώναν / αναλώνανε |
| Αόριστος | ανάλωσα | ανάλωσες | ανάλωσε | αναλώσαμε | αναλώσατε | ανάλωσαν / αναλώσαν / αναλώσανε |
| Μέλλοντας | θα αναλώνω / θα αναλώσω | θα αναλώνεις / θα αναλώσεις | θα αναλώνει / θα αναλώσει | θα αναλώνουμε / θα αναλώσουμε | θα αναλώνετε / θα αναλώσετε | θα αναλώνουν / θα αναλώνουνε / θα αναλώσουν / θα αναλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναλώσει | έχεις αναλώσει | έχει αναλώσει | έχουμε αναλώσει | έχετε αναλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναλώσει | είχες αναλώσει | είχε αναλώσει | είχαμε αναλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναλώσει / να αναλώνω / να αναλώσω | να έχεις αναλώσει / να αναλώνεις / να αναλώσεις | να έχει αναλώσει / να αναλώνει / να αναλώσει | να έχουμε αναλώσει / να αναλώνουμε / να αναλώσουμε | να έχετε αναλώσει / να αναλώνετε / να αναλώσετε | να αναλώνουν / να αναλώνουνε / να αναλώσουν / να αναλώσουνε |
| Προστακτική | — | ανάλωνε / ανάλωσε | — | — | αναλώνετε / αναλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →