Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάμειξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το ανακάτεμα διαφόρων ουσιών για τη διαμόρφωση-σχηματισμό ενός μείγματος, συνήθως όχι με καλό σκοπό Βικιλεξικό
    • η ανάμειξη λαδιών τα νοθεύει κι εσύ νομίζεις ότι παίρνεις ελαιόλαδο αλλά αυτοί είναι ικανοί να έχουν βάλει μέσα ακόμα και πετρέλαιο
  2. η ενασχόληση με κάτι που υπονοείται ότι δεν είναι θετικό γενικά ή που δεν είναι θετικό για μια συγκεκριμένη περίπτωση Βικιλεξικό
    • Η ανάμειξή της στην πολιτική, μας την στέρησε από την ψυχιατρική έρευνα στην οποία ήταν άριστη
    • Απαγγέλθηκαν κατηγορίες, αλλά εγώ τον ξέρω καλά τον άνθρωπο και πιστεύω ότι δεν έχει καμία ανάμειξη σε αυτή τη βρώμικη υπόθεση
  3. η παρέμβαση σε ξένες υποθέσεις, σε υποθέσεις που νομότυπα και ηθικά δεν έχει κάποιος λόγο επειδή αφορούν άλλη οικογένεια, άλλο έθνος, άλλο τομέα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάμειξη < μεταγενέστερη ελληνική ἀνάμειξις (ή ἀνάμιξις)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάμειξηαναμείξεις
Γενικήανάμειξηςαναμείξεων
Αιτιατικήανάμειξηαναμείξεις
Κλητικήανάμειξηαναμείξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →