ανάμιξη
•
- το ανακάτεμα διαφόρων ουσιών για τη διαμόρφωση-σχηματισμό ενός μίγματος, συνήθως όχι με καλό σκοπό Βικιλεξικό
- η ανάμιξη λαδιών τα νοθεύει κι εσύ νομίζεις ότι παίρνεις ελαιόλαδο αλλά αυτοί είναι ικανοί να έχουν βάλει μέσα ακόμα και πετρέλαιο
- η ενασχόληση με κάτι που υπονοείται ότι δεν είναι θετικό γενικά ή που δεν είναι θετικό για μια συγκεκριμένη περίπτωση Βικιλεξικό
- Η ανάμιξή της στην πολιτική, μας την στέρησε από την ψυχιατρική έρευνα στην οποία ήταν άριστη
- Απαγγέλθηκαν κατηγορίες, αλλά εγώ τον ξέρω καλά τον άνθρωπο και πιστεύω ότι δεν έχει καμία ανάμιξη σε αυτή τη βρώμικη υπόθεση
- η παρέμβαση σε ξένες υποθέσεις, σε υποθέσεις που νομότυπα και ηθικά δεν έχει κάποιος λόγο επειδή αφορούν άλλη οικογένεια, άλλο έθνος, άλλο τομέα Βικιλεξικό
- Ολα ξεκίνησαν με την ανάμιξη της Γερμανίας και των ΗΠΑ στα εσωτερικά της Ουκρανίας, θεωρούν οι Ρώσοι
Ετυμολογία
ανάμιξη < μεταγενέστερη ελληνική ἀνάμιξις ( ή ἀνάμειξις)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάμιξη | αναμίξεις |
| Γενική | ανάμιξης | αναμίξεων |
| Αιτιατική | ανάμιξη | αναμίξεις |
| Κλητική | ανάμιξη | αναμίξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →