Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάμιξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το ανακάτεμα διαφόρων ουσιών για τη διαμόρφωση-σχηματισμό ενός μίγματος, συνήθως όχι με καλό σκοπό Βικιλεξικό
    • η ανάμιξη λαδιών τα νοθεύει κι εσύ νομίζεις ότι παίρνεις ελαιόλαδο αλλά αυτοί είναι ικανοί να έχουν βάλει μέσα ακόμα και πετρέλαιο
  2. η ενασχόληση με κάτι που υπονοείται ότι δεν είναι θετικό γενικά ή που δεν είναι θετικό για μια συγκεκριμένη περίπτωση Βικιλεξικό
    • Η ανάμιξή της στην πολιτική, μας την στέρησε από την ψυχιατρική έρευνα στην οποία ήταν άριστη
    • Απαγγέλθηκαν κατηγορίες, αλλά εγώ τον ξέρω καλά τον άνθρωπο και πιστεύω ότι δεν έχει καμία ανάμιξη σε αυτή τη βρώμικη υπόθεση
  3. η παρέμβαση σε ξένες υποθέσεις, σε υποθέσεις που νομότυπα και ηθικά δεν έχει κάποιος λόγο επειδή αφορούν άλλη οικογένεια, άλλο έθνος, άλλο τομέα Βικιλεξικό
    • Ολα ξεκίνησαν με την ανάμιξη της Γερμανίας και των ΗΠΑ στα εσωτερικά της Ουκρανίας, θεωρούν οι Ρώσοι

Ετυμολογία

ανάμιξη < μεταγενέστερη ελληνική ἀνάμιξις ( ή ἀνάμειξις)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάμιξηαναμίξεις
Γενικήανάμιξηςαναμίξεων
Αιτιατικήανάμιξηαναμίξεις
Κλητικήανάμιξηαναμίξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →