Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάνηψη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ανάκτηση των αισθήσεων μετά από μια χειρουργική επέμβαση στην οποία ο ασθενής υποβλήθηκε σε νάρκωση Βικιλεξικό
  2. με αρνητική ή ελαφρώς ειρωνική χροιάη επιστροφή κάποιου σε πολιτικό ή ιδεολογικό χώρο ο οποίος θεωρείται επισήμως αποδεκτός ή από τον οποίο είχε αποχωρήσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάνηψη < ελληνιστική ἀνάνηψις < αρχαία ελληνική ἀνανήφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάνηψηανανήψεις
Γενικήανάνηψηςανανήψεων
Αιτιατικήανάνηψηανανήψεις
Κλητικήανάνηψηανανήψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →