Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νηφάλιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε βρίσκεται σε κατάσταση μέθης, ξεμέθυστος Βικιλεξικό
  2. που διαθέτει ή χαρακτηρίζεται από διαύγεια πνεύματος Βικιλεξικό
    • ⌘ Νίκος Καζαντζάκης (1η έκδ.1961) Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά - Ιερουσαλήμ - Κύπρος - Ο Μοριάς, Ο Μοριάς, IX. Ο Γέρος του Μοριά. Αθήνα: Εκδόσεις Καζαντζάκη, 2011, ανατύπωση.
    • όταν, μετά την απελευθέρωση, έπεσαν απάνω στην απλοϊκή μικρούλα Ελλάδα όλοι οι δασκάλοι κι ήθελαν να την ντύσουν αρχαία, να μιλάει αρχαία, να κυβερνιέται αρχαία, ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το μυαλωμένο νηφάλιο κεφάλι του με θυμό και περγέλιο
    • Οἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ πού παρατηροῦνται στούς κόλπους διαφόρων θρησκειῶν ἀποτελοῦν ἔκφραση νοσηρῆς θρησκευτικότητος. Ὁ νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς ειρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. (Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, 17 έως 26 Ιουνίου 2016)

Ετυμολογία

νηφάλιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή νηφάλιος (αρχαία σημασία: ποτό χωρίς ανάμειξη κρασιού)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνηφάλιοςνηφάλιανηφάλιο
Γενικήνηφάλιουνηφάλιαςνηφάλιου
Αιτιατικήνηφάλιονηφάλιανηφάλιο
Κλητικήνηφάλιενηφάλιανηφάλιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνηφάλιοινηφάλιεςνηφάλια
Γενικήνηφάλιωννηφάλιωννηφάλιων
Αιτιατικήνηφάλιουςνηφάλιεςνηφάλια
Κλητικήνηφάλιοινηφάλιεςνηφάλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →