Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάντης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου βρίσκεται προς τα πάνω΄ Βικιλεξικό
  2. ανηφορικός Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάδύσκολος, δυσχερής, αντίξοος Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένοδείτε τα ανάντη Βικιλεξικό
  5. ως επίρρημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάντης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάντης < ἀνά (αν-) + ἄντην

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάντης—άναντες
Γενικήανάντους—ανάντους
Αιτιατικήανάντη—άναντες
Κλητικήανάντη—άναντες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάντεις—ανάντη
Γενικήανάντων—ανάντων
Αιτιατικήανάντεις—ανάντη
Κλητικήανάντεις—ανάντη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →