Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάντης

/kaˈtan.dis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται προς τα κάτω Βικιλεξικό
  2. κατηφορικός Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηαπόκρημνος Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένοτα κατάντη: τα μέρη που βρίσκονται προς την κάτω πλευρά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατάντης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατάντης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάντης—κάταντες
Γενικήκατάντους—κατάντους
Αιτιατικήκατάντη—κάταντες
Κλητικήκατάντη—κάταντες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάντεις—κατάντη
Γενικήκατάντων—κατάντων
Αιτιατικήκατάντεις—κατάντη
Κλητικήκατάντεις—κατάντη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →