κατάντης
•
- που βρίσκεται προς τα κάτω Βικιλεξικό
- κατηφορικός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαπόκρημνος Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτα κατάντη: τα μέρη που βρίσκονται προς την κάτω πλευρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάντης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατάντης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάντης | — | κάταντες |
| Γενική | κατάντους | — | κατάντους |
| Αιτιατική | κατάντη | — | κάταντες |
| Κλητική | κατάντη | — | κάταντες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάντεις | — | κατάντη |
| Γενική | κατάντων | — | κατάντων |
| Αιτιατική | κατάντεις | — | κατάντη |
| Κλητική | κατάντεις | — | κατάντη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →