Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάπαιστος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεοελληνικήτρισύλλαβος μετρικός πόδας με δύο άτονες + μία τονισμένη συλλαβή (‿‿—) Βικιλεξικό
    • Στων Ψα-ρών | την ο-λό | μα-υρη ρά|χη (Σολωμός, Η καταστροφή των Ψαρών)
  2. αρχαία ελληνικήμετρικός πους, κυρίως παιάνων, με δύο βραχύχρονες (ή μία μακρόχρονη) και μία μακρόχρονη συλλαβή υ υ - Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάπαιστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάπαιστος < ἀναπαίω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάπαιστοςανάπαιστοι
Γενικήανάπαιστου / αναπαίστουανάπαιστων / αναπαίστων
Αιτιατικήανάπαιστοανάπαιστους / αναπαίστους
Κλητικήανάπαιστεανάπαιστοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →