ανάπαιστος
•
- νεοελληνικήτρισύλλαβος μετρικός πόδας με δύο άτονες + μία τονισμένη συλλαβή (‿‿—) Βικιλεξικό
- Στων Ψα-ρών | την ο-λό | μα-υρη ρά|χη (Σολωμός, Η καταστροφή των Ψαρών)
- αρχαία ελληνικήμετρικός πους, κυρίως παιάνων, με δύο βραχύχρονες (ή μία μακρόχρονη) και μία μακρόχρονη συλλαβή υ υ - Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάπαιστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάπαιστος < ἀναπαίω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάπαιστος | ανάπαιστοι |
| Γενική | ανάπαιστου / αναπαίστου | ανάπαιστων / αναπαίστων |
| Αιτιατική | ανάπαιστο | ανάπαιστους / αναπαίστους |
| Κλητική | ανάπαιστε | ανάπαιστοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →