Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάπτυξη

/aˈna.pti.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πρόοδος Βικιλεξικό
  2. μεγάλωμα Βικιλεξικό
  3. δημιουργία Βικιλεξικό
  4. γλωσσολογίαη δημιουργία ενός νέου φθόγγου Βικιλεξικό
    • μσν. αγέρας < αέρας με ανάπτ. μεσοφ. [j] για αποφυγή της χασμ.
    • < υπώνυμα: προληπτική ανάπτυξη
  5. πληροφορικήο προγραμματισμός ηλεκτρονικού υπολογιστή, η δημιουργία λογισμικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάπτυξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάπτυ(ξις) + -ξη, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική développement < (ανά-) ἀνά + πτύσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάπτυξηαναπτύξεις
Γενικήανάπτυξηςαναπτύξεων
Αιτιατικήανάπτυξηαναπτύξεις
Κλητικήανάπτυξηαναπτύξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →