ανάπτυξη
•
- πρόοδος Βικιλεξικό
- μεγάλωμα Βικιλεξικό
- δημιουργία Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη δημιουργία ενός νέου φθόγγου Βικιλεξικό
- μσν. αγέρας < αέρας με ανάπτ. μεσοφ. [j] για αποφυγή της χασμ.
- < υπώνυμα: προληπτική ανάπτυξη
- πληροφορικήο προγραμματισμός ηλεκτρονικού υπολογιστή, η δημιουργία λογισμικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάπτυξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάπτυ(ξις) + -ξη, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική développement < (ανά-) ἀνά + πτύσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάπτυξη | αναπτύξεις |
| Γενική | ανάπτυξης | αναπτύξεων |
| Αιτιατική | ανάπτυξη | αναπτύξεις |
| Κλητική | ανάπτυξη | αναπτύξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →