Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάριος

/aˈnaɾ.ʝos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνικόαραιός Βικιλεξικό
    • Ἀνάριο τὸ σκοτάδι, μισοδιάφανο, μόλις ποὺ τὸν σκεπάζει στὴν καπνιά του. Καὶ τὰ γυμνὰ κλαριὰ σὰν χέρια ὑψώνονται καὶ δέονται στὸ ἄυλο πέρασμά του.
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο τελευταίος πειρασμός, 1η έκδοση 1955.
  2. λογοτεχνικόσποραδικός Βικιλεξικό
    • Ποτίζει με ως στ’ ακρόνυχα η ουρανική γαλήνη, σάρκα νηπίου τον πόθο μου σα να ’θελε απαλύνει. Και κάποιο φύσημα λεπτό κι ανάριο στο κορμί μου, σαν του δαφνόλαδου η πνοή, ξυπνάει τη δύναμή μου!

Ετυμολογία

ανάριος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνάριος < ἀν(ά) + αρχαία ελληνική ἀραιός με συνίζηση

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάριοςανάριαανάριο
Γενικήανάριουανάριαςανάριου
Αιτιατικήανάριοανάριαανάριο
Κλητικήανάριεανάριαανάριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάριοιανάριεςανάρια
Γενικήανάριωνανάριωνανάριων
Αιτιατικήανάριουςανάριεςανάρια
Κλητικήανάριοιανάριεςανάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →