ανάσταση
•
- η επαναφορά στη ζωή ενός νεκρού· για ειδικότερες θρησκευτικές σημασίες Βικιλεξικό
- η ανάσταση του Λαζάρου
- Καμμιά παχνιδιάρα στροφή, κανένας σκιερός τόπος, πουθενά ένα ρυάκι. Η καλοκαιρινή Μεσαορία είναι σα μια μαντάρα, μια στέγνα, μια αποψιλωμένη έκταση χωρίς χαρές. Σαν ένας τάφος που κρύβει μέσα του τη δύναμη της ανοιξιάτικης προσμονής της ανάστασης. (Φιλολογική Κύπρος, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, 1967, σελ. 116)
- μεταφορικάη αναγέννηση, αναζωογόνηση μετά από περίοδο παρακμής Βικιλεξικό
- ως επιφώνημαεπιτέλους! Βικιλεξικό
- Το κατάλαβες, επιτέλους! Ανάσταση!
Ετυμολογία
ανάσταση < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνάστασις (έγερση από τον τάφο) - (η χριστιανική σημασία στην ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάσταση | αναστάσεις |
| Γενική | ανάστασης | αναστάσεων |
| Αιτιατική | ανάσταση | αναστάσεις |
| Κλητική | ανάσταση | αναστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →