Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέγγιχτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει αγγιχθεί Βικιλεξικό
    • Αυτή η γυναίκα βρε παιδί μου λες κι έμεινε ανέγγιχτη από το χρόνο
    • Γιατί αφήσατε ανέγγιχτο το τζατζίκι μου; Πάλι έβαλα παραπάνω σκόρδο;
  2. αγνός Βικιλεξικό
    • Αυτές οι περιοχές έχουν μείνει σχετικά ανέγγιχτες από τον τουρισμό και μπορείς να βρεις ανθρώπους που σου λένε "καλώς ήρθατε" χωρίς να σε κοιτάζουν στο πορτοφόλι
    • Ανταποκριτής του πρακτορείου Magnum, με ειδικότητα την έθνικ φωτογραφία, είχε ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο ψάχνοντας για φυλές και πολιτισμούς ανέγγιχτους από τη σύγχρονη τεχνολογία. (Κώστας Ακρίβος, Πανδαιμόνιο, εκδ. Μεταίχμιο, 2007, σελ. 179)
  3. παρωχημένογια κορίτσι που δεν έχει έως τώρα ερωτικές σχέσεις (με την έννοια ότι δεν το έχει αγγίξει ερωτικά κανένας άνδρας) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανέγγιχτος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀνέγγιχτος < ά- στερητικό + (ἐγγίζω) εγγικτ- + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέγγιχτοςανέγγιχτηανέγγιχτο
Γενικήανέγγιχτουανέγγιχτηςανέγγιχτου
Αιτιατικήανέγγιχτοανέγγιχτηανέγγιχτο
Κλητικήανέγγιχτεανέγγιχτηανέγγιχτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέγγιχτοιανέγγιχτεςανέγγιχτα
Γενικήανέγγιχτωνανέγγιχτωνανέγγιχτων
Αιτιατικήανέγγιχτουςανέγγιχτεςανέγγιχτα
Κλητικήανέγγιχτοιανέγγιχτεςανέγγιχτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →