Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέλπιστος

/aˈnel.pi.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. απροσδόκητος, απρόβλεπτος, για κάτι καλό, που δεν τολμούσαμε ούτε να ελπίσουμε Βικιλεξικό
    • ανέλπιστη τύχη
    • Άλλοι όμως, πεισμωμένοι στην απιστία τους, βλέποντας τις αδελφές του Λαζάρου παραζαλισμένες από την ανέλπιστη χαρά τους, επωφελήθηκαν από τη γενική σύγχιση και έφυγαν απαρατήρητοι. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού. Κεφάλαιο ΜΒ, Λάζαρος, 1925)

Ετυμολογία

ανέλπιστος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνέλπιστος. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + -έλπιστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέλπιστοςανέλπιστηανέλπιστο
Γενικήανέλπιστουανέλπιστηςανέλπιστου
Αιτιατικήανέλπιστοανέλπιστηανέλπιστο
Κλητικήανέλπιστεανέλπιστηανέλπιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέλπιστοιανέλπιστεςανέλπιστα
Γενικήανέλπιστωνανέλπιστωνανέλπιστων
Αιτιατικήανέλπιστουςανέλπιστεςανέλπιστα
Κλητικήανέλπιστοιανέλπιστεςανέλπιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →