Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέραστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν ερωτεύεται, που ζει χωρίς έρωτα στη ζωή του Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηάκαρδος, σκληρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανέραστος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐράω / ἐρῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέραστοςανέραστηανέραστο
Γενικήανέραστουανέραστηςανέραστου
Αιτιατικήανέραστοανέραστηανέραστο
Κλητικήανέραστεανέραστηανέραστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέραστοιανέραστεςανέραστα
Γενικήανέραστωνανέραστωνανέραστων
Αιτιατικήανέραστουςανέραστεςανέραστα
Κλητικήανέραστοιανέραστεςανέραστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →