ανέρχομαι
•
- ανεβαίνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυξάνομαι, ανεβαίνω, φτάνω κάπου ψηλά Βικιλεξικό
- Το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας μας ανήλθε στο ύψος του 12,7% και αποτελεί το δεύτερο χειρότερο όχι απλά στην Ευρωζώνη, αλλά σε ολόκληρη την Ε.Ε. των 28 κρατών-μελών (...). Ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα με το δημόσιο χρέος της Ελλάδας. Ανήλθε στο πρωτοφανές για την Ευρώπη, κυριολεκτικά εξωφρενικό ποσοστό του 175,1% του ΑΕΠ μας! (*)
- εξελίσσομαι, προοδεύω, φτάνω σε ανώτερες βαθμίδες Βικιλεξικό
- Γεννημένη στη Σενεγάλη η 33χρονη μαύρη πολιτικός θεωρείται ανερχόμενος αστέρας στο γαλλικό πολιτικό στερέωμα. (*)
- για χρηματικό ποσόείναι του ύψους, φθάνει στο ύψος ποσού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανέρχομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνέρχομαι < ἀν- (ἀνά) + ἔρχομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε αν- + έρχομαι : για το χρηματικό ποσό < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική s'élever
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →