ανέχομαι
•
- δέχομαι χωρίς αντίδραση κάτι που μ’ ενοχλεί ή μου προκαλεί δυσφορία και (ενδεχομένως) το παραβλέπω Βικιλεξικό
- Δεν του 'δωσα καμιά σημασία, είχα μάθει πια να ανέχομαι την ύπαρξή του χωρίς να με νοιάζει ιδιαίτερα. (Γιάννης Ξανθούλης (1984) Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
ανέχομαι < αρχαία ελληνική ἀνέχομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἀνέχω < ἀνά + ἔχω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανέχομαι | ανέχεσαι | ανέχεται | ανεχόμαστε | ανέχεστε | ανέχονται |
| Παρατατικός | ανεχόμουν / ανεχόμουνα | ανεχόσουν / ανεχόσουνα | ανεχόταν / ανεχότανε | ανεχόμασταν / ανεχόμαστε | ανεχόσασταν / ανεχόσαστε | ανέχονταν / ανεχόντουσαν |
| Αόριστος | ανέχτηκα | ανέχτηκες | ανέχτηκε | ανεχτήκαμε | ανεχτήκατε | ανέχτηκαν / ανεχτήκαν / ανεχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα ανέχομαι / θα ανεχτώ | θα ανέχεσαι / θα ανεχτείς | θα ανέχεται / θα ανεχτεί | θα ανεχτούμε / θα ανεχόμαστε | θα ανέχεστε / θα ανεχτείτε | θα ανέχονται / θα ανεχτούν / θα ανεχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανεχτεί | έχεις ανεχτεί | έχει ανεχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανεχτεί | είχες ανεχτεί | είχε ανεχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανεχτεί / να ανέχομαι / να ανεχτώ | να έχεις ανεχτεί / να ανέχεσαι / να ανεχτείς | να έχει ανεχτεί / να ανέχεται / να ανεχτεί | να ανεχτούμε / να ανεχόμαστε | να ανέχεστε / να ανεχτείτε | να ανέχονται / να ανεχτούν / να ανεχτούνε |
| Προστακτική | — | ανέξου / ανέχου | — | — | ανέχεστε / ανεχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →