αντέχω
•
- αντιμετωπίζω κάτι δυσάρεστο ή ενοχλητικό με υπομονή και καρτερικότητα Βικιλεξικό
- έχω (ή συνεχίζω να έχω) αντοχή κι ανθεκτικότητα σε κάτι, διατηρώντας τα βασικά μου χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
- διαθέτω (ή συνεχίζω να διαθέτω) τη δύναμη που χρειάζεται για κάτι Βικιλεξικό
- αντέχεις να περπατήσεις;
- δείχνω ανθεκτικότητα σε κάτι που επιχειρεί να με καταβάλλει Βικιλεξικό
- ο οργανισμός του ασθενούς δεν άντεξε
- προβάλλω αντίσταση μέχρι τέλους σε κάποια εξωτερική εχθρική ενέργεια Βικιλεξικό
- η ομάδα φαίνεται να αντέχει στις επιθέσεις των αντιπάλων
- επιβιώνω, διατηρώντας τις σωματικές μου δυνάμεις Βικιλεξικό
- ο άνθρωπος δεν αντέχει χωρίς νερό
- μεταφορικάανταποκρίνομαι, διατηρώ την αξία μου Βικιλεξικό
- αντέχει σε κάθε είδους κριτική
Ετυμολογία
αντέχω < αρχαία ελληνική ἀντέχω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντέχω | αντέχεις | αντέχει | αντέχουμε | αντέχετε | αντέχουν / αντέχουνε |
| Παρατατικός | άντεχα | άντεχες | άντεχε | αντέχαμε | αντέχατε | άντεχαν / αντέχαν / αντέχανε |
| Αόριστος | άντεξα | άντεξες | άντεξε | αντέξαμε | αντέξατε | άντεξαν / αντέξαν / αντέξανε |
| Μέλλοντας | θα αντέξω / θα αντέχω | θα αντέξεις / θα αντέχεις | θα αντέξει / θα αντέχει | θα αντέξουμε / θα αντέχουμε | θα αντέξετε / θα αντέχετε | θα αντέξουν / θα αντέξουνε / θα αντέχουν / θα αντέχουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντέξει | έχεις αντέξει | έχει αντέξει | έχουμε αντέξει | έχετε αντέξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντέξει | είχες αντέξει | είχε αντέξει | είχαμε αντέξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντέξει / να αντέξω / να αντέχω | να έχεις αντέξει / να αντέξεις / να αντέχεις | να έχει αντέξει / να αντέξει / να αντέχει | να έχουμε αντέξει / να αντέξουμε / να αντέχουμε | να έχετε αντέξει / να αντέξετε / να αντέχετε | να αντέξουν / να αντέξουνε / να αντέχουν / να αντέχουνε |
| Προστακτική | — | άντεξε / άντεχε | — | — | αντέξτε / αντέχετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →