Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανήλιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν πέφτουν πάνω του οι ακτίνες του ηλίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανήλιος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνήλιος < ἀν- στερητικό + ἥλι(ος) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανήλιοςανήλιαανήλιο
Γενικήανήλιουανήλιαςανήλιου
Αιτιατικήανήλιοανήλιαανήλιο
Κλητικήανήλιεανήλιαανήλιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανήλιοιανήλιεςανήλια
Γενικήανήλιωνανήλιωνανήλιων
Αιτιατικήανήλιουςανήλιεςανήλια
Κλητικήανήλιοιανήλιεςανήλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →