αναβάθμιση
•
- η βελτίωση κάποιου χαρακτηριστικού ή προσθήκη κάποιου νέου Βικιλεξικό
- γεωπονίαη αναβαθμίδωση, η δημιουργία αναβαθμίδων Βικιλεξικό
- πληροφορικήupgrade: η σημαντική βελτίωση, υλικού (hardware) και λογισμικού (software) Βικιλεξικό
- σημείωση: διαφέρει από την απλή ενημέρωση (update)
- πληροφορικήupgrade: η σημαντική βελτίωση, υλικού (hardware) και λογισμικού (software) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναβάθμιση < (καθαρεύουσα) ἀναβάθμι(σις) + -ση < αναβαθμίζω αναβαθμι- + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναβάθμιση | αναβαθμίσεις |
| Γενική | αναβάθμισης | αναβαθμίσεων |
| Αιτιατική | αναβάθμιση | αναβαθμίσεις |
| Κλητική | αναβάθμιση | αναβαθμίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →