Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναβάθμιση

/a.naˈva.θmi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η βελτίωση κάποιου χαρακτηριστικού ή προσθήκη κάποιου νέου Βικιλεξικό
  2. γεωπονίαη αναβαθμίδωση, η δημιουργία αναβαθμίδων Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήupgrade: η σημαντική βελτίωση, υλικού (hardware) και λογισμικού (software) Βικιλεξικό
    • σημείωση: διαφέρει από την απλή ενημέρωση (update)
  4. πληροφορικήupgrade: η σημαντική βελτίωση, υλικού (hardware) και λογισμικού (software) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναβάθμιση < (καθαρεύουσα) ἀναβάθμι(σις) + -ση < αναβαθμίζω αναβαθμι- + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναβάθμισηαναβαθμίσεις
Γενικήαναβάθμισηςαναβαθμίσεων
Αιτιατικήαναβάθμισηαναβαθμίσεις
Κλητικήαναβάθμισηαναβαθμίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →