αναβαθμίζω
•
- βελτιώνω κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- προάγω κάποιον, τον ανεβάζω σε ανώτερη θέση Βικιλεξικό
- τεχνολογίαβελτιώνω μια συσκευή, συνήθως αλλάζοντας μερικά στοιχεία της Βικιλεξικό
- πληροφορικήβελτιώνω ένα λογισμικό δίνοντάς του περισσότερες δυνατότητες ή διευκολύνοντας τη χρήση του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναβαθμίζω < ανα- + (αρχαία ελληνική βαθμίς) βαθμ(ίδες) + -ίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναβαθμίζω | αναβαθμίζεις | αναβαθμίζει | αναβαθμίζουμε | αναβαθμίζετε | αναβαθμίζουν / αναβαθμίζουνε |
| Παρατατικός | αναβάθμιζα | αναβάθμιζες | αναβάθμιζε | αναβαθμίζαμε | αναβαθμίζατε | αναβάθμιζαν / αναβαθμίζαν / αναβαθμίζανε |
| Αόριστος | αναβάθμισα | αναβάθμισες | αναβάθμισε | αναβαθμίσαμε | αναβαθμίσατε | αναβάθμισαν / αναβαθμίσαν / αναβαθμίσανε |
| Μέλλοντας | θα αναβαθμίζω / θα αναβαθμίσω | θα αναβαθμίζεις / θα αναβαθμίσεις | θα αναβαθμίζει / θα αναβαθμίσει | θα αναβαθμίζουμε / θα αναβαθμίσουμε | θα αναβαθμίζετε / θα αναβαθμίσετε | θα αναβαθμίζουν / θα αναβαθμίζουνε / θα αναβαθμίσουν / θα αναβαθμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναβαθμίσει | έχεις αναβαθμίσει | έχει αναβαθμίσει | έχουμε αναβαθμίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναβαθμίσει | είχες αναβαθμίσει | είχε αναβαθμίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναβαθμίσει / να αναβαθμίζω / να αναβαθμίσω | να έχεις αναβαθμίσει / να αναβαθμίζεις / να αναβαθμίσεις | να έχει αναβαθμίσει / να αναβαθμίζει / να αναβαθμίσει | να έχουμε αναβαθμίσει / να αναβαθμίζουμε / να αναβαθμίσουμε | να αναβαθμίζετε / να αναβαθμίσετε | να αναβαθμίζουν / να αναβαθμίζουνε / να αναβαθμίσουν / να αναβαθμίσουνε |
| Προστακτική | — | αναβάθμιζε / αναβάθμισε | — | — | αναβαθμίζετε / αναβαθμίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναβαθμίστηκααναβαθμίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →