αναβαθμίδα
•
- οριζόντια διαμόρφωση πλαγιάς βουνού, ή λόφου, ώστε να γίνει κατάλληλη έτσι για καλλιέργεια, ιδιαίτερα διαδεδομένη στη νησιωτική Ελλάδα Βικιλεξικό
- ο εγκιβωτισμός του ποταμού Γιαννακάκη και η συνακόλουθη δημιουργία αναβαθμίδων προσέφερε αρκετά ομαλό χώρο στην είσοδο των σπηλαίων, καθιστώντας τα έτσι ιδανικούς χώρους εγκατάστασης (Ἀρχαιολογικὰ Ἀνάλεκτα Ἐξ Ἀθήνων, 2002, Υπουργείο Πολιτισμού, σελ. 28)
- Το νερό των γκέυζερ είναι κατά ένα μέρος μετεωρικό και το άλλο νεαρό, δηλ. μαγματικής προέλευσης, όπως φαίνεται από τις ισοτοπικές συνθέσεις του C14. Μεταφέρει μεγάλες ποσότητες διαλυμένου υλικού, που το αποθέτει στην επιφάνεια σε υψώματα και αναβαθμίδες, το μεν ανθρακικό ως τραβερτίνη, το δε πυριτικό ως γκεϋζερίτη. (Α. Αλεξούλη - Λειβαδίτη, Γεωμορφολογία, Αθήνα, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Μηχανικών Μεταλείων - Μεταλλουργών, 2008, σελ. 82)
Ετυμολογία
αναβαθμίδα < ανά + βαθμίδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναβαθμίδα | αναβαθμίδες |
| Γενική | αναβαθμίδας | αναβαθμίδων |
| Αιτιατική | αναβαθμίδα | αναβαθμίδες |
| Κλητική | αναβαθμίδα | αναβαθμίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →