σκαλοπάτι
•
- η καθεμιά από τις οριζόντιες δοκούς ή επίπεδα τμήματα μιας σκάλας, εκεί όπου πατάει κάποιος το πόδι του για να την ανεβεί Βικιλεξικό
- μουσικήβαθμίδα μιας ανιούσας ή κατιούσας κλίμακας ή ιεραρχίας Βικιλεξικό
- γεωπονίακαλλιεργήσιμη αναβαθμίδα σε λόφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκαλοπάτι < σκάλ(α) + -ο- + πατ(ώ) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαλοπάτι | σκαλοπάτια |
| Γενική | σκαλοπατιού | σκαλοπατιών |
| Αιτιατική | σκαλοπάτι | σκαλοπάτια |
| Κλητική | σκαλοπάτι | σκαλοπάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →