Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναβαθμολόγηση

/a.na.va.θmoˈlo.ʝi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εκπαίδευσηη επανάληψη της βαθμολόγησης Βικιλεξικό
    • Υψηλά ποσοστά αναβαθμολογήσεως γραπτών (Εφημερίδα Καθημερινή, 04/07/2001 https://www.kathimerini.gr/society/95499/ypsila-pososta-anavathmologiseos-grapton/)

Ετυμολογία

αναβαθμολόγηση < αναβαθμολογώ, αναβαθμολογη- + -ση (< -σις). Αναλύεται σε ανα- + βαθμολόγηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναβαθμολόγησηαναβαθμολογήσεις
Γενικήαναβαθμολόγησηςαναβαθμολογήσεων
Αιτιατικήαναβαθμολόγησηαναβαθμολογήσεις
Κλητικήαναβαθμολόγησηαναβαθμολογήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →