Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναβαθμολογώ

ρήμα
•
  1. βαθμολογώ εκ νέου, ιδίως επειδή οι προηγούμενες βαθμολογίες από διαφορετικούς βαθμολογητές είχαν μεγάλη διαφορά μεταξύ τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναβαθμολογώ < ανα- + βαθμολογώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναβαθμολογώαναβαθμολογείςαναβαθμολογείαναβαθμολογούμεαναβαθμολογείτεαναβαθμολογούν / αναβαθμολογούνε
Παρατατικόςαναβαθμολογούσααναβαθμολογούσεςαναβαθμολογούσεαναβαθμολογούσαμεαναβαθμολογούσατεαναβαθμολογούσαν / αναβαθμολογούσανε
Αόριστοςαναβαθμολόγησααναβαθμολόγησεςαναβαθμολόγησεαναβαθμολογήσαμεαναβαθμολογήσατεαναβαθμολογήσαν / αναβαθμολογήσανε / αναβαθμολόγησαν
Μέλλονταςθα αναβαθμολογήσω / θα αναβαθμολογώθα αναβαθμολογήσεις / θα αναβαθμολογείςθα αναβαθμολογήσει / θα αναβαθμολογείθα αναβαθμολογήσουμε / θα αναβαθμολογούμεθα αναβαθμολογήσετε / θα αναβαθμολογείτεθα αναβαθμολογήσουν / θα αναβαθμολογήσουνε / θα αναβαθμολογούν / θα αναβαθμολογούνε
Παρακείμενοςέχω αναβαθμολογήσειέχεις αναβαθμολογήσειέχει αναβαθμολογήσειέχουμε αναβαθμολογήσειέχετε αναβαθμολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναβαθμολογήσειείχες αναβαθμολογήσειείχε αναβαθμολογήσειείχαμε αναβαθμολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω αναβαθμολογήσει / να αναβαθμολογήσω / να αναβαθμολογώνα έχεις αναβαθμολογήσει / να αναβαθμολογήσεις / να αναβαθμολογείςνα έχει αναβαθμολογήσει / να αναβαθμολογήσει / να αναβαθμολογείνα έχουμε αναβαθμολογήσει / να αναβαθμολογήσουμε / να αναβαθμολογούμενα έχετε αναβαθμολογήσει / να αναβαθμολογήσετε / να αναβαθμολογείτενα αναβαθμολογήσουν / να αναβαθμολογήσουνε / να αναβαθμολογούν / να αναβαθμολογούνε
Προστακτική—αναβαθμολόγει / αναβαθμολόγησε——αναβαθμολογήστε / αναβαθμολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →