αναβαθμολογώ
•
- βαθμολογώ εκ νέου, ιδίως επειδή οι προηγούμενες βαθμολογίες από διαφορετικούς βαθμολογητές είχαν μεγάλη διαφορά μεταξύ τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναβαθμολογώ < ανα- + βαθμολογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναβαθμολογώ | αναβαθμολογείς | αναβαθμολογεί | αναβαθμολογούμε | αναβαθμολογείτε | αναβαθμολογούν / αναβαθμολογούνε |
| Παρατατικός | αναβαθμολογούσα | αναβαθμολογούσες | αναβαθμολογούσε | αναβαθμολογούσαμε | αναβαθμολογούσατε | αναβαθμολογούσαν / αναβαθμολογούσανε |
| Αόριστος | αναβαθμολόγησα | αναβαθμολόγησες | αναβαθμολόγησε | αναβαθμολογήσαμε | αναβαθμολογήσατε | αναβαθμολογήσαν / αναβαθμολογήσανε / αναβαθμολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα αναβαθμολογήσω / θα αναβαθμολογώ | θα αναβαθμολογήσεις / θα αναβαθμολογείς | θα αναβαθμολογήσει / θα αναβαθμολογεί | θα αναβαθμολογήσουμε / θα αναβαθμολογούμε | θα αναβαθμολογήσετε / θα αναβαθμολογείτε | θα αναβαθμολογήσουν / θα αναβαθμολογήσουνε / θα αναβαθμολογούν / θα αναβαθμολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναβαθμολογήσει | έχεις αναβαθμολογήσει | έχει αναβαθμολογήσει | έχουμε αναβαθμολογήσει | έχετε αναβαθμολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναβαθμολογήσει | είχες αναβαθμολογήσει | είχε αναβαθμολογήσει | είχαμε αναβαθμολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναβαθμολογήσει / να αναβαθμολογήσω / να αναβαθμολογώ | να έχεις αναβαθμολογήσει / να αναβαθμολογήσεις / να αναβαθμολογείς | να έχει αναβαθμολογήσει / να αναβαθμολογήσει / να αναβαθμολογεί | να έχουμε αναβαθμολογήσει / να αναβαθμολογήσουμε / να αναβαθμολογούμε | να έχετε αναβαθμολογήσει / να αναβαθμολογήσετε / να αναβαθμολογείτε | να αναβαθμολογήσουν / να αναβαθμολογήσουνε / να αναβαθμολογούν / να αναβαθμολογούνε |
| Προστακτική | — | αναβαθμολόγει / αναβαθμολόγησε | — | — | αναβαθμολογήστε / αναβαθμολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →